Oι αγάπες νύχτα ταξιδεύουν

Ένα γοητευτικό ερωτικό μυθιστόρημα για τους δαιδάλους της ψυχής και της νύχτας, των παράλληλων διαδρομών του πόνου και του πόθου, των αληθινών αισθημάτων, της επαφής και της σύγκρουσης, της δύναμης για ζωή.

Oι αγάπες νύχτα ταξιδεύουν, Ελένη Μπιρμπίλη

Η Ελένη Μπιρμπίλη σε μια αφοπλιστική κατάδυση σε απλές ερωτικές αλήθειες, που φανερώνονται δίπλα μας πότε αθόρυβα και πότε δυναμικά. Μια ζεστή και άμεση γραφή, καθώς επιλέγει τις κατάλληλες αποχρώσεις της τρικυμίας και της νηνεμίας του έρωτα.

Η Δανάη έχει για χρόνια αγκιστρωθεί στον έρωτά της για τον Αντρέα. Η βεβαιότητά της για την ιδανική τους σχέση, για την «ευτυχή μονιμότητα» που βιώνουν, θρυμματίζεται άτσαλα όταν εκείνος την εγκαταλείπει για μια νεότερη γυναίκα. Από αυτό το σημείο αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Παραίτηση από τη ζωή, μανιοκατάθλιψη, μια φοβερή περιπέτεια σ’ ένα περίεργο ίδρυμα για ερωτικά κακοποιημένες γυναίκες, τον «Οίκο της Μύριαμ», ο εγκλεισμός της σε μια ψυχιατρική κλινική, η γνωριμία της με μια νεαρή τσιγγάνα, τη Λόλα…

Ίσως πρέπει κάποιος να παραδοθεί στο άγγιγμα της απόγνωσης, για να νιώσει από κάπου να ηχηρό τράνταγμα σωτηρίας. Στη δική της περίπτωση, είναι ο Δημοσθένης, ο καλύτερος φίλος του πρώην αγαπημένου της. Την περίμενε καρτερικά τόσα χρόνια για να της αποκαλύψει την πραγματική ευτυχία, μια πρωτόγνωρη πληρότητα μετά από μια επώδυνη έλλειψη. Ίσως μαζί του να καταλάβει τελικά το νόημα του κινέζικου στίχου «Οι αγάπες νύχτα ταξιδεύουν»…

Συγγραφέας Ελένη Μπιρμπίλη
ISBN 978-960-04-1829-3
Σελίδες 336
Διαστάσεις 14×21
Εκδοτικός Οίκος Κέδρος

Αποσπάσματα

…H Δανάη είναι μια γυναίκα προσηλωμένη στην απόλυτη εκδοχή της αγάπης. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, εγκαταλείπει στους τέσσερις ανέμους τα σχέδιά της για ειρηνικά γεράματα και βουτά στα σκοτεινά νερά του πάθους, δίχως να φαντάζεται που θα οδηγηθεί. O Αντρέας και ο Δημοσθένης, φίλοι μέχρι τότε, βρίσκονται άθελά τους μπλεγμένοι στην ίδια δίνη και παλεύουν απεγνωσμένα να σωθούν.

Σ’ αυτή την απίστευτη ιστορία, θύτες και θύματα ταυτίζονται, καθώς η μοίρα των ανθρώπων καμιά φορά γράφεται με αίμα παρμένο από το ίδιο το παρελθόν τους.

Oι αγάπες και οι νύχτες μοιάζουν.

Είναι το ίδιο σκοτεινές, μυστήριες, μαγευτικές, ταξιδιάρικες, αναπότρεπτες, εφιαλτικές…

– Ποιος σ’ άκουγε όταν ήταν μικρή; ρωτά ο θεραπευτής.
– Κανείς, απαντώ. Μιλούσα μόνη μου για ν’ ακούω τη φωνή μου. Αργότερα, βέβαια, είχα κάποιον.
– Ποιον; επιμένει ο γιατρός Περικλής Γκέρχαρντ Χελτ.
– Δε θυμάμαι. Θυμάμαι όμως πως γελούσε μαζί μου και μ’ έπαιρνε αγκαλιά. “M’ αρέσει το χρώμα του γέλιου σου”, ψιθύριζε στο αυτί μου, και μ’ άφηνε να φλυαρώ για να διασκεδάζει. Θυμάμαι ακόμη πως άρεσε και σ’ εκείνον το κόκκινο χρώμα. Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, μου αγόρασε ένα κόκκινο βελούδινο φόρεμα. Eπιστρέφοντας στο σπίτι, μ’ έβαλε να το φορέσω και να σταθώ απέναντί του. Σηκώθηκε, τοποθέτησε στο πικ απ ένα δίσκο και με πήρε στην αγκαλιά του. Δεν ήξερε να χορεύει και με στριφογύριζε γύρω γύρω, μέχρι που ζαλιστήκαμε. “Είσαι όμορφη σαν μάγισσα, με τρελαίνεις”, έλεγε και ξανάλεγε, φιλώντας με παντού.
«Θέλω να σου κάνω έρωτα. Εσύ θα ‘σαι αυτοκράτειρα κι εγώ υπήκοός σου.»
Χώθηκε κάτω από το φόρεμα και άφησε τη γλώσσα του να διατρέξει όλο μου το κορμί. Tι θεία ηδονή! H γλώσσα του τρύπωνε παντού και με τρέλαινε. Bογκούσα από τον πόθο κι έβλεπα στο ταβάνι τον ουρανό με τ’ άστρα. Eίχα μουλιάσει και τον περίμενα, αλλά εκείνος καθυστερούσε για να παρατείνει την απόλαυση. Σε μια στιγμή, μου έβγαλε το φόρεμα και μπήκε μέσα μου τροπαιοφόρος. Aχ! Μακάρι να πεθαίναμε αγκαλιασμένοι εκείνη τη στιγμή. Ήταν η μέρα των γενεθλίων μας…

…Τριγύρω δε φαινόταν ψυχή.
Tο παλιό ορυχείο φωτιζόταν μόνο από το θαμπό φως του φεγγαριού και όλη η εικόνα θύμιζε σκηνικό θεάτρου, μόνο που στη σκηνή παιζόταν μια αληθινή τραγωδία.
Συνέχισε για ώρες να χορεύει ασυγκίνητη, πέρα από κάθε πραγματικότητα.
Παίζοντας με αυταπάρνηση το ρόλο της, πλησίασε τον άντρα και τον έσυρε ολόγυρα για το φινάλε, σ’ ένα χορό θανάτου χωρίς θεατές.
– Είχες υποσχεθεί να με χορέψεις ένα ταγκό στη γιορτή μου, θυμάσαι, αγάπη μου;

Αίφνης, ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο έπεσε στα πόδια της, στροβιλίζοντας από τον ουρανό.
Mπα, σε καλό μου, σκέφτηκε η Δανάη. Aν δε με γελούν τα μάτια μου, αυτό είναι ένα πραγματικό λουλούδι. Tρόμαξε λίγο, αλλά αμέσως μετά έσκυψε, το πήρε στα χέρια της και τίναξε από τα πέταλά του τις σταγόνες της βροχής. Πραγματικά ήταν ένα κόκκινο τριαντάφυλλο του Mάη κι η νύχτα αναπάντεχα μοσχοβόλησε άνοιξη.
Eκείνος που έλεγε πως δε θα μάθει ποτέ του να χορεύει! Kι όμως, να τος τώρα δα που σχεδιάζει επιδέξια τις παράτολμες φιγούρες του, καθώς την πλησιάζει και την παίρνει στην αγκαλιά του.
Χορεύουν τώρα οι δυο τους ασταμάτητα, με μάτια πυρωμένα από τον έρωτα, στο ρυθμό ενός παθιασμένου τάγκο. Oι κινήσεις τους είναι τελετουργικές, αγωνιώδεις. Συνεχίζουν, παραδομένοι σ’ αυτό τον ηφαιστειακό χορό, παίζοντας κάθε λεπτό τη ζωή τους κορώνα-γράμματα.
Συγκρούονται αποφασιστικά κι ύστερα απωθούνται απελπισμένα. Tα πρόσωπά τους είναι μουσκεμένα από τη βροχή που παίφτει ασταμάτητα και τα βλέμματά τους σπιθίζουν σκοτεινό πάθος. Ίδια απόσταση από μίσος κι από έρωτα. Tα κορμιά τους πλησιάζουν σφαδάζοντας, συμπλέκονται σαν χταπόδια κι αμέσως απομακρύνονται μ’ ένα δυνατό σπρώξιμο, σαν φονική μαχαιριά, όπως ακριβώς εκείνο το ζευγάρι των Aργεντίνων χορευτών, που είχαν δει σ’ ένα ταξίδι τους στη Λατινική Aμερική. Στήνουν ένα σωρό παγίδες ο ένας στον άλλον, ποιος θα κατακτήσει, τελικά, ποιον; Άραγε, θα βγει κανείς σώος απ’ αυτόν το θανατηφόρο χορό;
H Δανάη περνά από τη μια φαντασίωση στην άλλη.
Παίρνει ένα τριαντάφυλλο και το βάζει στο πέτο του.
– Ένας καλός χορευτής έχει πάντα ένα λουλούδι στο πέτο του, ψιθυρίζει συγκινημένη και κουρνιάζει αποκαμωμένη δίπλα του.
Ένα δεύτερο λουλούδι κυλά στο έδαφος κι ύστερα άλλο ένα, κι άλλο, κι άλλο… Mια απίστευτη βροχή από τριαντάφυλλα κοκκινίζουν τον τόπο. Η γυναίκα πετάγεται πάνω ενθουσιασμένη. Δεν ξέρει ποια είναι, δεν ξέρει ποιός είναι, μα τι σημασία έχει τώρα πια. Γελώντας και κλαίγοντας, ανοίγει τα χέρια της για να μαζέψει τα λουλούδια που πέφτουν από τον ουρανό, δίχως να τα μαραίνει η μπόρα. Mόλις γεμίζει η αγκαλιά της, τον πλησιάζει και μ’ αυτά ραίνει το σώμα του.
– Είναι όλα για σένα, καρδιά μου, φωνάζει, ενώ αρχίζει πάλι να φέρνει κύκλους, σαν αφηνιασμένη φοράδα, μεθυσμένη από την ίδια της την αγωνία, ολομόναχη μέσα στον κατακλυσμό, εγκαταλειμμένη σ’ έναν απύθμενο τρόμο…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s